Ο θεσμός της οικογένειας τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Παρατηρείτε σημαντική αύξηση των διαζυγίων η οποία έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση νέων οικογενειακών μοντέλων, επηρεάζοντας την ανάπτυξη των παιδιών σε πολλαπλά επίπεδα. Το παρόν άρθρο εξετάζει τη σχέση μεταξύ διαζυγίου και κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων των παιδιών, αναδεικνύοντας τόσο τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις όσο και τους παράγοντες ανθεκτικότητας που μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Ο ρόλος της κοινωνικής εργασίας
Οι κοινωνικοί λειτουργοί διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην υποστήριξη των παιδιών και των οικογενειών κατά τη διαδικασία του διαζυγίου. Μέσα από παρεμβάσεις που ενισχύουν τη γονεϊκή συνεργασία και προάγουν την ψυχοκοινωνική ενδυνάμωση των παιδιών, μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων και στην προώθηση της ανθεκτικότητας.
Η οικογένεια αποτελεί τον βασικό πυλώνα κοινωνικοποίησης και συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται διαφοροποίηση του θεσμού, από το παραδοσιακό μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας σε πιο ευέλικτες και ποικιλόμορφες μορφές της οικογένειας. Το διαζύγιο αποτελεί συχνό κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο επηρεάζει όχι μόνο τη δομή της οικογένειας αλλά και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών.
Η εμπειρία του διαζυγίου αποτελεί μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο για τα παιδιά. Αρκετοί παράγοντες έχουν οδηγήσει στην αυξημένη αποδοχή του διαζυγίου ως κατάσταση. Παράγοντες όπως οι αλλαγές στην κοινωνία και την οικονομία, η ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα και οι νέες αντιλήψεις επηρέασαν την οικογένεια, δημιουργώντας πιο σύγχρονες μορφές οικογένειας.
Η βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι τα παιδιά που βιώνουν το διαζύγιο των γονέων τους ενδέχεται να παρουσιάσουν αυξημένα επίπεδα άγχους, θλίψης και ανασφάλειας. Συχνά εμφανίζονται δυσκολίες στη ρύθμιση των συναισθημάτων, καθώς και φόβος εγκατάλειψης. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται χαμηλή αυτοεκτίμηση και συναισθηματική απόσυρση.
Πέρα από το συναισθηματικό επίπεδο, το διαζύγιο μπορεί να επηρεάσει και τις κοινωνικές δεξιότητες των παιδιών. Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά από διαζευγμένες οικογένειες ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, να παρουσιάζουν μειωμένη κοινωνική εμπλοκή ή, αντίθετα, αυξημένη επιθετικότητα και προβλήματα συμπεριφοράς. Οι δυσκολίες αυτές σχετίζονται συχνά με την αίσθηση αστάθειας και την έκθεση σε γονεϊκές συγκρούσεις.
Η αρνητική επίδραση επεκτείνεται και στο σχολικό περιβάλλον. Αρκετά παιδιά παρουσιάζουν μειωμένη συγκέντρωση, χαμηλότερες μαθησιακές επιδόσεις και αυξημένα προβλήματα συμπεριφοράς. Η έλλειψη σταθερού οικογενειακού περιβάλλοντος μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη μαθησιακή διαδικασία και την προσαρμογή στο σχολείο.
Αξίζει να επισημανθεί ότι δεν είναι το διαζύγιο που καθορίζει την πορεία του παιδιού, αλλά το επίπεδο και η διαχείριση των συγκρούσεων μεταξύ των γονέων. Υψηλά επίπεδα σύγκρουσης πριν και μετά το διαζύγιο συνδέονται με αρνητικότερες εκβάσεις για τα παιδιά. Αντίθετα, η συνεργατική γονεϊκότητα και η διατήρηση μιας σταθερής και υποστηρικτικής σχέσης με τους γονείς λειτουργούν προστατευτικά.
Δεν επηρεάζονται όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο. Η έννοια της ανθεκτικότητας αναδεικνύει την ικανότητα των παιδιών να προσαρμόζονται σε δύσκολες συνθήκες. Προστατευτικοί παράγοντες περιλαμβάνουν:
· Σταθερή και ποιοτική σχέση με έναν ή και τους δύο γονείς
· Χαμηλή ένταση συγκρούσεων
· Υποστήριξη από το σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον
· Ανάπτυξη δεξιοτήτων συναισθηματικής έκφρασης
Συμπεράσματα
Η σύγχρονη οικογένεια βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία μετασχηματισμού. Το διαζύγιο αποτελεί μια σημαντική εμπειρία ζωής για τα παιδιά, η οποία μπορεί να επηρεάσει τις κοινωνικές και συναισθηματικές τους δεξιότητες. Ωστόσο, οι επιπτώσεις αυτές δεν είναι καθολικές ούτε αναπόφευκτες. Η ποιότητα των οικογενειακών σχέσεων και η ύπαρξη υποστηρικτικών μηχανισμών αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών.
Βιβλιογραφία
Φθενάκης, Β. Ε. (2015). Η οικογένεια ως χώρος μάθησης: Προς μια παιδαγωγική συνεργασία από τα πρώτα βήματα του παιδιού. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
Kelly, J. B., & Emery, R. E. (2003). Children’s adjustment following divorce: Risk and resilience perspectives. Family Relations, 52(4), 352–362.
Lansford, J. E. (2009). Parental divorce and children’s adjustment. Perspectives on Psychological Science, 4(2), 140–152.
Emery, R. E. (2011). Renegotiating family relationships: Divorce, child custody, and mediation. New York: Guilford Press.
Με εκτίμηση,
Συντάκτης: Ανδρεοπούλη Μαλαματένια Κοινωνική Λειτουργός
Επιστημονικά Υπεύθυνη: Βελέντζα Πασχαλίνα








