Η ανάπτυξη του λόγου αποτελεί θεμέλιο για την επικοινωνία, τη μάθηση και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Ωστόσο, για ορισμένα παιδιά η κατάκτηση της γλώσσας δεν ακολουθεί την αναμενόμενη πορεία, χωρίς να υπάρχει κάποια εμφανής νευρολογική, αισθητηριακή ή νοητική αιτία. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να πρόκειται για τη Διαταραχή Αναπτυξιακού Λόγου (Developmental Language Disorder – DLD), μία από τις συχνότερες αλλά και λιγότερο αναγνωρισμένες αναπτυξιακές διαταραχές (Bishop et al., 2017).
Υπολογίζεται ότι η DLD εμφανίζεται περίπου στο 7% των παιδιών σχολικής ηλικίας, γεγονός που την καθιστά συχνότερη από πολλές άλλες αναπτυξιακές διαταραχές. Παρόλα αυτά, παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στο ευρύ κοινό και συχνά δεν αναγνωρίζεται έγκαιρα (Norbury et al., 2016· Bishop, 2017).
Τι είναι η Διαταραχή Αναπτυξιακού Λόγου (DLD);
Η DLD είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει την κατανόηση ή/και την έκφραση της γλώσσας. Σύμφωνα με τη διεθνή συναίνεση της ομάδας CATALISE, ο όρος χρησιμοποιείται για παιδιά των οποίων οι γλωσσικές δυσκολίες επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα και δεν αποδίδονται σε κάποια γνωστή βιοϊατρική αιτία (Bishop et al., 2017).
Η δυσκολία αφορά τη γλώσσα και όχι τη νοημοσύνη. Πολλά παιδιά με DLD έχουν φυσιολογικές γνωστικές ικανότητες, αλλά χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη για να αναπτύξουν αποτελεσματικές γλωσσικές δεξιότητες. Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται μόνο στην ομιλία. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά με DLD αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για δυσκολίες στη σχολική επίδοση, στην ανάγνωση και τη γραφή, στις κοινωνικές σχέσεις και στην ψυχοκοινωνική τους προσαρμογή (Bishop et al., 2017· Adlof&Hogan, 2018).
Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά;
Οι δυσκολίες διαφέρουν από παιδί σε παιδί και μπορεί να περιλαμβάνουν:
- περιορισμένο λεξιλόγιο,
- δυσκολία στη δημιουργία ολοκληρωμένων προτάσεων,
- γραμματικά λάθη που επιμένουν πέρα από την αναμενόμενη ηλικία,
- δυσκολία κατανόησης σύνθετων οδηγιών,
- δυσκολία στην αφήγηση γεγονότων ή ιστοριών,
- δυσκολία στην εύρεση των κατάλληλων λέξεων κατά την ομιλία,
- δυσκολία συμμετοχής σε συζητήσεις με συνομηλίκους.
Συχνά τα παιδιά δείχνουν να καταλαβαίνουν λιγότερα από όσα αναμένουν οι γονείς ή οι εκπαιδευτικοί ή δυσκολεύονται να εκφράσουν τις σκέψεις τους με σαφήνεια.
Γιατί η DLD συχνά δεν αναγνωρίζεται;
Η DLD δεν συνοδεύεται από εμφανή σωματικά χαρακτηριστικά. Πολλά παιδιά αναπτύσσουν στρατηγικές ώστε να «κρύβουν» τις δυσκολίες τους, ενώ αρκετές φορές χαρακτηρίζονται λανθασμένα ως ντροπαλά, αφηρημένα ή απλώς «λίγο αργά στην ομιλία».
Καθώς μεγαλώνουν, οι δυσκολίες μπορεί να γίνουν πιο εμφανείς στις απαιτήσεις του σχολείου, όπου η γλώσσα αποτελεί βασικό εργαλείο για την ανάγνωση, τη γραφή, την κατανόηση κειμένων και τη μάθηση.
Πώς επηρεάζει την καθημερινότητα;
Η DLD δεν αφορά μόνο την ομιλία. Μπορεί να επηρεάσει:
- τη σχολική επίδοση,
- την ανάπτυξη της ανάγνωσης και της γραφής,
- την κοινωνική επικοινωνία,
- την αυτοεκτίμηση,
- τη δημιουργία και διατήρηση φιλικών σχέσεων.
Όταν οι δυσκολίες δεν αναγνωρίζονται έγκαιρα, το παιδί μπορεί να βιώσει απογοήτευση, άγχος ή μειωμένη αυτοπεποίθηση, επειδή δυσκολεύεται να εκφράσει όσα σκέφτεται ή να παρακολουθήσει τις απαιτήσεις της τάξης.
Πότε πρέπει να απευθυνθούν οι γονείς σε λογοθεραπευτή;
Μια αξιολόγηση από λογοθεραπευτή είναι σημαντική όταν:
- το παιδί καθυστερεί σημαντικά στην ανάπτυξη του λόγου,
- δυσκολεύεται να κατανοήσει οδηγίες ανάλογες της ηλικίας του,
- χρησιμοποιεί περιορισμένο λεξιλόγιο,
- οι δυσκολίες επιμένουν και επηρεάζουν την καθημερινότητά του,
- υπάρχουν ανησυχίες από γονείς ή εκπαιδευτικούς σχετικά με την επικοινωνία του.
Η έγκαιρη αξιολόγηση βοηθά στη σωστή διάγνωση και στον σχεδιασμό εξατομικευμένης παρέμβασης.
Πώς βοηθά η λογοθεραπεία;
Η λογοθεραπευτική παρέμβαση σχεδιάζεται σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε παιδιού και στοχεύει:
- στην ανάπτυξη λεξιλογίου,
- στη βελτίωση της γραμματικής και της σύνταξης,
- στην ενίσχυση της κατανόησης του προφορικού λόγου,
- στην ανάπτυξη δεξιοτήτων αφήγησης,
- στη βελτίωση της πραγματολογίας και της κοινωνικής επικοινωνίας,
- στη συνεργασία με την οικογένεια και το σχολικό περιβάλλον ώστε οι νέες δεξιότητες να γενικεύονται στην καθημερινότητα.
Η παρέμβαση είναι πιο αποτελεσματική όταν ξεκινά έγκαιρα και όταν υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ λογοθεραπευτή, οικογένειας και εκπαιδευτικών.
Ένα σημαντικό μήνυμα για γονείς και εκπαιδευτικούς
Η Διαταραχή Αναπτυξιακού Λόγου δεν είναι αποτέλεσμα έλλειψης προσπάθειας, χαμηλής νοημοσύνης ή ανεπαρκούς ανατροφής. Πρόκειται για μια πραγματική νευροαναπτυξιακή δυσκολία που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την πορεία ενός παιδιού, εάν δεν αναγνωριστεί εγκαίρως.
Η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών και η πρώιμη λογοθεραπευτική παρέμβαση αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βελτίωση της γλωσσικής ανάπτυξης και της συμμετοχής του παιδιού στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον (ASHA, 2024· Bishop et al., 2017).
Βιβλιογραφία
[1] Adlof, S. M.,&Hogan, T. P. (2018). Understanding dyslexia in the context of developmental language disorders. Language, Speech, and Hearing Services in Schools.
[2] American Speech-Language-Hearing Association. (2024). Developmental Language Disorder (DLD).
[3] Bishop, D. V. M. (2017). Why is it so hard to reach agreement on terminology? The case of Developmental Language Disorder (DLD).International Journal of Language & Communication Disorders, 52(6), 671–680
[4] Bishop, D. V. M., Snowling, M. J., Thompson, P. A., Greenhalgh, T., & CATALISE Consortium. (2017). Phase 2 of CATALISE: A multinational and multidisciplinary Delphi consensus study of problems with language development: Terminology.Journal of Child Psychology and Psychiatry, 58(10), 1068–1080.
[5] Norbury, C. F., Gooch, D., Wray, C., et al. (2016). The impact of nonverbal ability on prevalence and clinical presentation of language disorder: Evidence from a population study.Journal of Child Psychology and Psychiatry.
Μεεκτίμηση,
ΣουλτάτουΚωνσταντίνα
Λογοθεραπεύτρια



