Personal Info

Billing Details

Για να πραγματοποιήσετε τη Δωρεά σας στο Σωματείο «Ίκελος», ακολουθήστε τα παρακάτω βήματα:

  1. Κάντε την κατάθεση της δωρεάς σας στον τραπεζικό μας λογαριασμό ( IBAN: GR1702602470000530201273260 ) στην Τράπεζα (EUROBANK) γράφοντας το ονοματεπώνυμο σας στην αιτιολογία συμπληρωματικά με την λέξη «ΔΩΡΕΑ».
  2. Στείλτε το καταθετήριο σας με email στο: info@somateio-ikelos.gr και θα σας απαντήσουμε για επιπεβαίωση.
  3. Μπορείτε να μας καλέσετε κι εσείς στα τηλέφωνα επικοινωνίας μας για οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση ή αν έχετε τυχόν απορίες.

 

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΙΚΕΛΟΣ
Διεύθυνση: Κορίνθου 270-2, Τ.Κ. 26221, Πάτρα, Ν. Αχαΐας
Τηλ.: 2616 007918
Email: info@somateio-ikelos.gr

 

Εκτιμούμε ιδιαίτερα την προσφορά σας και σας ευχαριστούμε θερμά που υποστηρίζετε ενεργά τον σκοπό μας!

Μόλις δούμε την Δωρεά σας θα σας αποστείλουμε το αποδεικτικό της κατάθεσης σας.
Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για οποιαδήποτε διευκρίνηση.

Ευχαριστούμε!

Donation Total: €100,00

Ενδοοικογενειακή Βία: Η Κοινωνική Αντίφαση Ανάμεσα στην Ενθάρρυνση της Καταγγελίας και στην Ελλιπή Προστασία των Θυμάτων

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που συνδέεται με τις ανισότητες εξουσίας, τα στερεότυπα φύλου, την κοινωνική ανοχή στη βία και τις αδυναμίες των θεσμών προστασίας. Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια συζήτηση γύρω από την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία έχει ενταθεί σημαντικά. Εκστρατείες ενημέρωσης, δράσεις ευαισθητοποίησης, εκπαιδευτικά προγράμματα και κοινωνικά μηνύματα προτρέπουν τα θύματα να «σπάσουν τη σιωπή» και να καταγγείλουν τη βία που υφίστανται.

Η αλλαγή αυτή είναι αναμφίβολα σημαντική. Η βία που παλαιότερα θεωρούνταν «οικογενειακή υπόθεση» πλέον αναγνωρίζεται ως κοινωνικό και νομικό ζήτημα. Ωστόσο, παρά την αυξημένη κοινωνική ευαισθητοποίηση, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο προστατευμένο είναι πραγματικά το θύμα όταν αποφασίσει να μιλήσει;
Η Κοινωνική Αντίφαση
Η σύγχρονη κοινωνία στέλνει ένα διπλό μήνυμα στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Από τη μία πλευρά, τα ενθαρρύνει να καταγγείλουν τον θύτη και να αναζητήσουν βοήθεια. Από την άλλη, πολλές φορές αδυνατεί να διασφαλίσει αποτελεσματική προστασία μετά την καταγγελία.
Στην πράξη, αρκετά θύματα συνεχίζουν να βιώνουν απειλές, εκφοβισμό ή ακόμη και παραβίαση ασφαλιστικών μέτρων από τον θύτη. Η καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία, η περιορισμένη επιτήρηση των περιοριστικών μέτρων και η ανεπαρκής διασύνδεση μεταξύ αστυνομίας, δικαιοσύνης και κοινωνικών υπηρεσιών δημιουργούν ένα αίσθημα θεσμικής ανασφάλειας. Έτσι, η κοινωνική καμπάνια υπέρ της αποκάλυψης της βίας συχνά δεν συνοδεύεται από μια αντίστοιχα ισχυρή κοινωνική και κρατική εγγύηση προστασίας.
Η Αόρατη Μορφή Βίας: Η Ψυχολογική Κακοποίηση
Ιδιαίτερη δυσκολία παρουσιάζει η ψυχολογική βία, η οποία συχνά παραμένει αόρατη τόσο κοινωνικά όσο και θεσμικά. Σε αντίθεση με τη σωματική βία, δεν αφήνει εμφανή σημάδια και για αυτό πολλές φορές υποτιμάται ή αμφισβητείται.
Η ψυχολογική κακοποίηση μπορεί να περιλαμβάνει:
συνεχή υποτίμηση,
εξευτελισμό,
απειλές,
χειριστική συμπεριφορά,
κοινωνική απομόνωση,
έλεγχο,
εκφοβισμό,
λεκτική βία,
οικονομικό έλεγχο,
δημιουργία φόβου,
δημιουργία εξαρτώμενων σχέσεων.
Πολλά θύματα δυσκολεύονται ακόμη και να αναγνωρίσουν ότι υφίστανται κακοποίηση, καθώς η βία αυτή εγκαθίσταται σταδιακά και συχνά παρουσιάζεται ως «φυσιολογική» μέσα στη σχέση ή την οικογένεια.
Η κοινωνία εξακολουθεί συχνά να αντιμετωπίζει την ψυχολογική βία ως λιγότερο σοβαρή μορφή κακοποίησης, ακριβώς επειδή δεν είναι ορατή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζεται εύκολα από το περιβάλλον, να μην αποδεικνύεται εύκολα νομικά και συχνά να μην καταδικάζεται ουσιαστικά.
Η δυσκολία απόδειξης δημιουργεί σοβαρά κενά προστασίας. Πολλές φορές τα θύματα καλούνται να αποδείξουν μια καθημερινή πραγματικότητα φόβου, χειραγώγησης και ελέγχου χωρίς να υπάρχουν «χειροπιαστά» αποδεικτικά στοιχεία. Έτσι, ο θύτης μπορεί να συνεχίζει την κακοποιητική συμπεριφορά ακόμη και μετά την καταγγελία, χρησιμοποιώντας ψυχολογική πίεση, εκφοβισμό ή έμμεσες απειλές.
Ιδιαίτερα στα παιδιά και στους εφήβους, η ψυχολογική βία μπορεί να έχει σοβαρές κοινωνικές και αναπτυξιακές συνέπειες. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον συνεχούς φόβου, υποτίμησης ή συναισθηματικής αστάθειας μαθαίνουν να θεωρούν τη βία φυσιολογικό τρόπο επικοινωνίας και σχέσης. Παράλληλα, συχνά δυσκολεύονται να εκφράσουν αυτό που βιώνουν, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν εμφανή σημάδια κακοποίησης.
 
Η Θεσμική Ανεπάρκεια και η Δευτερογενής Θυματοποίηση
Ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα είναι το φαινόμενο της δευτερογενούς θυματοποίησης. Το θύμα, πέρα από την αρχική βία, έρχεται συχνά αντιμέτωπο με:
αμφισβήτηση,
γραφειοκρατικές δυσκολίες,
καθυστερήσεις,
ανεπαρκή ανταπόκριση των αρχών,
κοινωνικό στιγματισμό.
Σε πολλές περιπτώσεις, η παραβίαση ασφαλιστικών μέτρων δεν αντιμετωπίζεται άμεσα, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ατιμωρησίας του θύτη. Όταν το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει αποτελεσματικά τα μέτρα προστασίας που το ίδιο θεσπίζει, υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Αυτό έχει ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Τα θύματα αποθαρρύνονται από το να καταγγείλουν περιστατικά βίας, ενώ η κοινωνία λαμβάνει το μήνυμα ότι η προστασία είναι περισσότερο θεωρητική παρά ουσιαστική.
Η Ευθύνη της Κοινωνίας και των Θεσμών
Η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην ατομική ευθύνη του θύματος να μιλήσει. Αποτελεί συλλογική και θεσμική ευθύνη να διασφαλίζεται ότι η καταγγελία δεν θα εκθέσει το θύμα σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
Απαιτούνται:
ουσιαστική εφαρμογή των ασφαλιστικών μέτρων,
άμεση παρέμβαση σε περιπτώσεις παραβίασής τους,
αναγνώριση της ψυχολογικής βίας ως σοβαρής μορφής κακοποίησης,
καλύτερη εκπαίδευση αστυνομικών και δικαστικών λειτουργών,
ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών,
δημιουργία επαρκών δομών φιλοξενίας,
συντονισμένη συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων.
Παράλληλα, χρειάζεται αλλαγή κοινωνικής κουλτούρας. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αλλά κοινωνικό ζήτημα που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας.
 
Ο Ρόλος των Δομών Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Φροντίδας
Οι δομές ψυχικής υγείας, τα κέντρα ημέρας, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι επαγγελματίες που εργάζονται με παιδιά και εφήβους βρίσκονται συχνά στην πρώτη γραμμή αναγνώρισης της βίας. Ο ρόλος τους δεν περιορίζεται μόνο στην υποστήριξη των θυμάτων αλλά επεκτείνεται και στην κοινωνική παρέμβαση και διεκδίκηση.
Μέσα από δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, αναδεικνύουν τη σημασία της αποκάλυψης της βίας. Ταυτόχρονα όμως, έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τα όρια του συστήματος προστασίας. Αυτή η αντίφαση δημιουργεί έναν έντονο προβληματισμό: πώς μπορεί να ενθαρρυνθεί ένα θύμα να μιλήσει όταν η κοινωνία δεν μπορεί να του εγγυηθεί έμπρακτη ασφάλεια;
Ο Ρόλος της Κοινωνικής Εκπαίδευσης και της Πολιτικής Αγωγής
Η πρόληψη και η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τους μηχανισμούς καταστολής και προστασίας. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η κοινωνική εκπαίδευση και η πολιτική αγωγή, καθώς συμβάλλουν στη διαμόρφωση πολιτών με δημοκρατικές αξίες, κοινωνική ευαισθησία και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η κοινωνική εκπαίδευση βοηθά τα παιδιά και τους εφήβους να αναπτύξουν δεξιότητες επικοινωνίας, ενσυναίσθησης, συνεργασίας και ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων. Μέσα από την εκπαίδευση μπορούν να αναγνωρίζουν έγκαιρα τις μορφές βίας, να κατανοούν τα όρια στις διαπροσωπικές σχέσεις και να αντιλαμβάνονται ότι ο έλεγχος, η χειραγώγηση και ο εκφοβισμός δεν αποτελούν αποδεκτές συμπεριφορές.
Παράλληλα, η πολιτική αγωγή ενισχύει την κατανόηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του πολίτη, της ισότητας, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Οι νέοι μαθαίνουν ότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί θεμελιώδη κοινωνική αξία και ότι η βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αλλά ζήτημα που αφορά ολόκληρη την κοινωνία.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η εκπαίδευση γύρω από την ισότητα των φύλων και την αποδόμηση στερεοτύπων που νομιμοποιούν ή δικαιολογούν βίαιες και ελεγκτικές συμπεριφορές. Πολλές μορφές ενδοοικογενειακής βίας συνδέονται με αντιλήψεις ανισότητας, κυριαρχίας και κοινωνικά παγιωμένων ρόλων, οι οποίες μπορούν να αμφισβητηθούν και να μετασχηματιστούν μέσα από τη συστηματική εκπαιδευτική διαδικασία.
Επιπλέον, το σχολείο και οι εκπαιδευτικές κοινότητες μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι έγκαιρης ανίχνευσης περιστατικών κακοποίησης. Οι εκπαιδευτικοί, όταν διαθέτουν την κατάλληλη κατάρτιση, είναι σε θέση να αναγνωρίζουν ενδείξεις ψυχολογικής, σωματικής ή συναισθηματικής βίας και να ενεργοποιούν τους αρμόδιους μηχανισμούς προστασίας.
Η κοινωνική εκπαίδευση και η πολιτική αγωγή δεν αποτελούν μόνο εργαλεία ενημέρωσης αλλά και μέσα κοινωνικού μετασχηματισμού. Μέσα από αυτές διαμορφώνεται μια κουλτούρα μηδενικής ανοχής απέναντι στη βία, ενισχύεται η ενεργός πολιτειότητα και καλλιεργείται η συλλογική ευθύνη για την προστασία των ευάλωτων μελών της κοινωνίας. Η μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας προϋποθέτει όχι μόνο αποτελεσματικούς θεσμούς, αλλά και πολίτες εκπαιδευμένους στις αξίες του σεβασμού, της ισότητας και της δημοκρατικής συνύπαρξης.
 
 
Συμπέρασμα
Η κοινωνική πρόοδος στην αναγνώριση της ενδοοικογενειακής βίας είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί. Η δημόσια ενθάρρυνση προς τα θύματα να καταγγέλλουν τη βία πρέπει να συνοδεύεται από αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας και πραγματική θεσμική στήριξη.
  Ιδιαίτερα η ψυχολογική βία, επειδή δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμη και συχνά δεν αντιμετωπίζεται με την απαραίτητη σοβαρότητα, αναδεικνύει τα όρια του συστήματος προστασίας. Όσο η κοινωνία συνεχίζει να αναγνωρίζει μόνο τις ορατές μορφές βίας, πολλά θύματα θα παραμένουν αόρατα.
   Η ουσιαστική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας απαιτεί όχι μόνο ευαισθητοποίηση, αλλά και ένα κράτος και μια κοινωνία ικανά να εγγυηθούν ασφάλεια, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη για κάθε μορφή κακοποίησης — ακόμη και για εκείνες που δεν αφήνουν εμφανή σημάδια.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνική Βιβλιογραφία
Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων. (χ.χ.). Στατιστικά στοιχεία και πολιτικές για την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία. Αθήνα.
Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ). (χ.χ.). Εκθέσεις και μελέτες για την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία. Αθήνα.
Νόμος 3500/2006. Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως 232/Α΄/24.10.2006.
Συνήγορος του Πολίτη. (2023). Ετήσιες εκθέσεις και ειδικές παρεμβάσεις για τα δικαιώματα και την προστασία θυμάτων βίας. Αθήνα.
Διεθνής Βιβλιογραφία
Council of Europe. (2011). Convention on Preventing and Combating Violence against Women and Domestic Violence (Istanbul Convention). Strasbourg: Council of Europe.
Dobash, R. E., & Dobash, R. P. (1992). Women, Violence and Social Change. London: Routledge.
Herman, J. L. (1992). Trauma and Recovery: The Aftermath of Violence—From Domestic Abuse to Political Terror. New York: Basic Books.
Kelly, L. (1988). Surviving Sexual Violence. Minneapolis: University of Minnesota Press.
Stark, E. (2007). Coercive Control: How Men Entrap Women in Personal Life. New York: Oxford University Press.
World Health Organization. (2021). Violence Against Women Prevalence Estimates, 2018: Global, Regional and National Prevalence Estimates for Intimate Partner Violence against Women and Global and Regional Prevalence Estimates for Non-Partner Sexual Violence against Women. Geneva: World Health Organization.
 
Συντάκτρια: Μυτάκη Αικατερίνη, Κοινωνική Λειτουργός
Επιστημονικά υπεύθυνη: Πασχαλίνα Βελέντζα

Σχετικές Αναρτήσεις